ἄποινα

ἄποινα
Grammatical information: n.pl.
Meaning: `ransom, fine' (Il.)
Other forms: sg. ἄποινον (IG 14, 1389, 1, 10).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Haplological for *ἀπόποινος, from ἀποτίνω after ποινή : τίνω.
Page in Frisk: 1,123

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άποινα — ἄποινα, τα (Α) 1. δώρα ή χρήματα για την απελευθέρωση προσώπου, λύτρα 2. χρηματική αποζημίωση 3. (αττ. δίκαιο) το πρόστιμο που οφείλει ο φονιάς στον πλησιέστερο συγγενή του φονευθέντος 4. η ανταμοιβή για κάτι («ἄποιν ἀρετᾱς», Πίνδαρος). [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • ἄποινα — ransom neut nom/voc/acc pl ἄποινος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄποιν' — ἄποινα , ἄποινα ransom neut nom/voc/acc pl ἄποινα , ἄποινος neut nom/voc/acc pl ἄποινε , ἄποινος masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποίνοις — ἄποινα ransom neut dat pl ἄποινος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποίνων — ἄποινα ransom neut gen pl ἄποινος masc/fem/neut gen pl ἀ̱ποίνων , ἀποινάω demand the fine imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱ποίνων , ἀποινάω demand the fine imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀποινάω demand the fine imperf ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάποινος — ἀνάποινος, ον (Α) αυτός που παραχωρείται ή που επιστρέφεται χωρίς λύτρα ή χωρίς δώρα (το ουδ. χρησιμοποιείται μόνο μία φορά, Ιλ. Α 99, σαν επίρρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν * στερ. + ἄποινα «δώρα, λίτρα» < ποινή] …   Dictionary of Greek

  • αποινί — ἀποινί επίρρ. (Α) [άποινα] δίχως ποινή, ατιμωρητί …   Dictionary of Greek

  • αποινώ — ἀποινῶ ( άω) (Α) [άποινα] 1. απαιτώ από τον φονιά το οφειλόμενο πρόστιμο 2. (μέσ., ώμαι) παίρνω λύτρα για να απελευθερώσω κάποιον …   Dictionary of Greek

  • είδω — εἴδω (Α) Ι. 1. βλέπω, κοιτάζω, διακρίνω 2. (με επίταση) επιτηρώ, φυλάσσω, παρατηρώ 3. αντιλαμβάνομαι 4. εξετάζω, ερευνώ 5. συναντώ, μιλώ με κάποιον 6. δοκιμάζω, απολαμβάνω 7. μέσ. εἴδομαι α) φαίνομαι, φαίνομαι ότι β) προσποιούμαι, καμώνομαι 8.… …   Dictionary of Greek

  • λύνω — και λύω και λυώ (AM λύω, Μ και λύνω και λυῶ) 1. ανοίγω ή χαλαρώνω κάτι δεμένο, αφαιρώ τους δεσμούς που συνέχουν ένα πράγμα, ξεδένω, ξελύνω, ξεζώνω, ξεκρεμώ (α. «δεν μπορώ να λύσω αυτόν τον κόμπο» β. «οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῡσαι τὸν ἱμάντα τῶν… …   Dictionary of Greek

  • ἀποινᾶν — ἀποινάω demand the fine pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀποινάω demand the fine pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀποινάω demand the fine pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀποινᾶ̱ν , ἀποινάω demand the fine pres inf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.